θερμικός


θερμικός
Αυτός που έχει σχέση με τη θερμότητα ή τη θερμοκρασία. θ. αγωγιμότητα.Βλ. λ. αγωγιμότητα (θερμική). θ. ακτινοβολία. Βλ. λ. ακτινοβολία. θ. διαστολή. Βλ. λ. διαστολή. θ. ενέργεια.Βλ. λ. ενέργεια. θ. θόρυβος. Θόρυβος που οφείλεται στη θερμοδυναμική ανταλλαγή θερμότητας σε ένα υλικό ή μεταξύ ενός υλικού και του περιβάλλοντός του. Θ. ισημερινός. Φανταστική γραμμή που ενώνει όλα τα σημεία της γήινης επιφάνειας που έχουν την υψηλότερη ετήσια θερμοκρασία (βλ. λ. ισημερινός). θ. ισοδύναμο έργου. Ποσότητα θερμότητας ισοδύναμη ενεργειακά με τη μονάδα έργου αν αυξάνεται η εσωτερική ενέργεια ενός φυσικού συστήματος ως συνέπεια της εκτέλεσης έργου. Το θ. ισοδύναμου έργου έχει τιμή αντίστροφη προς την τιμή του μηχανικού ισοδύναμου θερμότητας. θ. ισορροπία. Η αποκατάσταση με την πάροδο του χρόνου ενιαίας θερμοκρασίας μεταξύ σωμάτων διαφορετικής θερμοκρασίας μέσα σε ένα θερμικά απομονωμένο σύστημα. Κατά τη θ. ισορροπία κάθε σώμα ακτινοβολεί προς τα άλλα ποσό θερμότητας ίσο με αυτό που δέχεται από αυτά. θ. κίνηση. Η αδιάκοπη και άτακτη κίνηση που εκτελούν τα σωματίδια (μόρια, άτομα, ηλεκτρόνια) από τα οποία αποτελούνται όλα τα σώματα. Στη θ. κίνηση η κινητική ενέργεια είναι απευθείας ανάλογη της απόλυτης θερμοκρασίας και αποτελεί συστατικό μέρος της εσωτερικής ενέργειας ενός φυσικού συστήματος. Η κίνηση Μπράουν είναι η πιο πειστική απόδειξη της θ. κίνησης. Οι νόμοι που διέπουν τη θ. κίνηση εξετάζονται από τη θερμοδυναμική, τη στατιστική φυσική και την κινητική θεωρία. θ. μονάδα. Μονάδα που χρησιμοποιείται στις μετρήσεις θερμότητας. Υπάρχουν δύο συστήματα θ. μονάδας, που το ένα αναφέρεται στη θερμίδα (βλ. λ.) και τα πολλαπλάσιά της και το άλλο στη βρετανική θ. μονάδα (btu), που ισούται με 1055,06J ή 251,997cal και ορίζεται ως το απαιτούμενο ποσό θερμότητας για να ανέβει η θερμοκρασία μιας λίβρας νερού κατά έναν βαθμό Φαρενάιτ. θ. συντελεστές. Μεγέθη που χαρακτηρίζουν σε μία ορισμένη θερμοδυναμική διαδικασία τη μεταβολή οποιασδήποτε παραμέτρου εισέρχεται στη θ. καταστατική εξίσωση των θερμοδυναμικών συστημάτων σε συνάρτηση με μία άλλη παράμετρο. Ο ισόθερμος συντελεστής συμπιεστότητας ΚΤ ορίζεται: και ο ισοεντροπικός ή αδιαβατικός συντελεστής συμπιεστότητας Ks ορίζεται ως Οι δύο αυτοί συντελεστές συνδέονται με τη σχέση (όπου Cv, Cp οι ειδικές θερμότητες υπό σταθερό όγκο και υπό σταθερή πίεση αντίστοιχα). Και είναι KΤ ≥ Ks. Ο ισόχωρος συντελεστής πίεσης ορίζεται ως και ο ισοβαρής συντελεστής διαστολής (συντελεστής διαστολής όγκου) ως θ. νετρόνια. Νετρόνια που βρίσκονται κατά προσέγγιση σε θ. ισορροπία με το περιβάλλον τους, δηλαδή βραδέα νετρόνια που έχουν κινητική ενέργεια ίση με KT, όπου Τ η θερμοδυναμική θερμοκρασία και Κ η σταθερά Μπόλτσμαν. Στους 20°C ένα θ.ν. έχει ενέργεια περίπου 0,0253 eV (4,048x10-21 joule), ταχύτητα περίπου 2200 m/sec και μήκος κύματος Ντε Μπρολί λ = 1,8 Ε. Τα θ.ν. λαμβάνονται με επιβράδυνση ταχέων νετρονίων έως τη θ. ισορροπία με τα άτομα ενός επιβραδυντικού υλικού (θερμοποίηση νετρονίων) και παίζουν σπουδαίο ρόλο στη λειτουργία πυρηνικών αντιδραστήρων (προκαλούν την αλυσωτή αντίδραση σχάσης του U και Pu) καθώς και στην παραγωγή ραδιενεργών ισοτόπων. Χρησιμοποιούνται επίσης στην εξέταση της δομής των στερεών σωμάτων, επειδή το μήκος κύματός τους λ πλησιάζει τα μεγέθη των ενδοατομικών αποστάσεων, στη μελέτη της μαγνητικής δομής των στερεών σωμάτων και στην εξέταση της κίνησης των ατόμων και των μορίων στα στερεά και τα υγρά σώματα. θ. συντελεστής αντίστασης.Συντελεστής που εμφανίζεται στη σχέση μεταβολής της ειδικής αντίστασης ρ ενός υλικού με τη θερμοκρασία. Ο θ. συντελεστής αντίστασης εξαρτάται από το υλικό καθώς και από την επιλεγμένη περιοχή θερμοκρασιών όπου εξετάζεται η παραπάνω μεταβολή. Αν στην καμπύλη μεταβολής της ρ με τη θερμοκρασία θ (δεν είναι ευθεία) περιοριστούμε σε ένα μικρό τμήμα, τότε το τμήμα αυτό περιγράφεται με μία εξίσωση πρώτου βαθμού: Pt = P0 (1+αΔθ), όπου P0 η ειδική αντίσταση σε κάποια θερμοκρασία αναφοράς θ0 (συνήθως 0°C), Pt η ειδική αντίσταση σε θερμοκρασία θ, Δθ = θτελ - θαρχ και α ο θ. συντελεστής αντίστασης. Ο συντελεστής α μπορεί να είναι: (α) θετικός (δηλαδή όταν αυξάνεται η θερμοκρασία του υλικού, αυξάνεται και η αντίστασή του), όπως π.χ. στα μέταλλα· (β) μηδέν, δηλαδή η ειδική αντίσταση είναι ανεξάρτητη της θερμοκρασίας, όπως π.χ. σε ορισμένα κράματα (κονσταντάνη, μαγγανίτης κ.ά.) κατάλληλα για την κατασκευή αντιστάσεων που δεν επηρεάζονται από τη θερμοκρασία· (γ) αρνητικός, όπως π.χ. στους ημιαγωγούς.
* * *
-ή, -ό
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη θερμότητα ή αυτός που λειτουργεί με τη θερμότητα (α. «θερμική μηχανή» β. «θερμικός κινητήρας» γ. «θερμικός συντελεστής»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. calorique. Η λ. στον λόγιο τ. θερμικόν, τὸ μαρτυρείται από το 1831 στο περιοδικό σύγγραμμα Αιγιναία].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • θερμικός — ή, ό αυτός που έχει σχέση με τη θερμότητα ή γίνεται μ αυτή ή λειτουργεί μ αυτή: Θερμική ενέργεια. – Θερμικό εργοστάσιο ηλεκτρισμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιδραστήρας — (προωθητής αντίδρασης). Μηχανισμός που χρησιμοποιείται για την κίνηση ενός οχήματος με εφαρμογή ώθησης, που παράγεται από την αντίδραση μαζών που εξωθούνται σε διεύθυνση αντίθετη προς τη διεύθυνση κίνησης του οχήματος (αρχή δράσης και αντίδρασης) …   Dictionary of Greek

  • ισημερινός — Ο ιδεατός κύκλος που σχηματίζεται στην επιφάνεια της Γης, αν κόψουμε τη γήινη σφαίρα με ένα επίπεδο το οποίο διέρχεται από το κέντρο της και είναι κάθετο στον άξονα περιστροφής της. Η γωνία την οποία σχηματίζει η ακτίνα της Γης που διέρχεται από… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • αγωγιμότητα — Η ιδιότητα ορισμένων σωμάτων να μεταφέρουντον ηλεκτρισμό ή τη θέρμανση.ειδική. α.Το αντίστροφο της ειδικής αντίστασης. Αναφέρεται στο υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένος ένας αγωγός και μετριέται σε μονάδες Ω 1 · mm 2 · m ή S · mm 2 · m,… …   Dictionary of Greek

  • ηλεκτρονόμος — (relais). Ηλεκτρομηχανική διάταξη που χρησιμοποιεί τη μεταβολή του ρεύματος ενός κυκλώματος (κύκλωμα χειρισμού) για να ελέγξει τη λειτουργία ενός άλλου ηλεκτρικού κυκλώματος. Ο η. αποτελείται γενικά από έναν ηλεκτρομαγνήτη και από έναν κινητό… …   Dictionary of Greek

  • κινητήρας — Μηχανή η οποία παράγει μηχανική ενέργεια απορροφώντας ενέργεια άλλης μορφής, συνηθέστερα θερμική, ηλεκτρική ή υδραυλική. Η ποσότητα της απορροφώμενης ενέργειας είναι πάντοτε μεγαλύτερη από την ποσότητα της παραγόμενης, εξαιτίας των απωλειών που… …   Dictionary of Greek

  • σταθμός — Όνομα έντεκα οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (81 κάτ., υψόμ. 90 μ.) στην επαρχία Νάουσας του νομού Ημαθίας. Υπάγεται διοικητικά στο δήμο Νάουσας. 2. Πεδινός οικισμός (8 κάτ., υψόμ. 105 μ.), στην επαρχία Λιβαδειάς του νομού Βοιωτίας. Υπάγεται… …   Dictionary of Greek

  • υδροθερμικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στις πηγές θερμών υδάτων ή αυτός που προκύπτει από επίδραση τών υδάτων αυτών 2. φρ. α) «υδροθερμικά διαλύματα» γεωλ. τα θερμά υδατικά διαλύματα που προκύπτουν στον φλοιό τής Γης από την ανάμιξη τών αερίων… …   Dictionary of Greek

  • βαρίστορ — Ειδική ηλεκτρική αντίσταση, που η τιμή της δεν μεταβάλλεται γραμμικά (με την επίδραση θετικής ή αρνητικής τάσης), αλλά εκθετικά. Κατασκευάζονται με ανάμειξη κρυστάλλων ημιαγωγού υλικού (ανθρακοπυρίτιο) και συνδετικού υλικού (πηλός, υδρύαλος,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.